← Play Wordle Ελληνικά

Wordle Ελληνικά #1539

September 05, 2025

ά
μ
υ
λ
α
Definition noun

άμυλα — Υδατάνθρακες που βρίσκονται σε τρόφιμα όπως πατάτες, ρύζι και ψωμί (άμυλο).

Wiktionary ↗

View all Ελληνικά words

Report bad word