← Play Wordle Ελληνικά

Wordle Ελληνικά #1549

September 15, 2025

α
ρ
χ
έ
ς
Definition

αρχές — πληθυντικός που συνηθίζεται για να δηλώσει αορίστως κάποια μορφή επίσημης εξουσίας

Wiktionary ↗

View all Ελληνικά words

Report bad word