September 29, 2025
τμηθώ — «τμηθώ» είναι τύπος του ρήματος «τέμνω» και σημαίνει «να κοπώ/να τεμαχιστώ».
View all Ελληνικά words
Αναφορά ακατάλληλης λέξης