← Play Wordle Ελληνικά

Wordle Ελληνικά #158

November 24, 2021

δ
ι
έ
β
η
Ορισμόςρήμα

διέβη — Πέρασε/διέσχισε (π.χ. δρόμο, ποτάμι)· αόριστος του «διαβαίνω».

Wiktionary ↗

View all Ελληνικά words

Αναφορά ακατάλληλης λέξης