October 30, 2025
έφερε — «Έφερε» = έφερε/μετέφερε κάτι ή κάποιον· επίσης: προκάλεσε/έφερε ως αποτέλεσμα κάτι.
View all Ελληνικά words
Αναφορά ακατάλληλης λέξης