← Play Wordle Ελληνικά

Wordle Ελληνικά #16

July 05, 2021

μ
ι
α
ρ
ά
Definition

μιαρά — ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του μιαρός

Wiktionary ↗

View all Ελληνικά words

Report bad word