← Play Wordle Ελληνικά

Wordle Ελληνικά #1601

November 06, 2025

π
ά
ν
α
ς
Definition

πάνας — όνομα αρχαίας ελληνικής θεότητας και μυθολογικού ήρωα, η λατρεία του οποίου ήταν αρκετά διαδεδομένη στην Ελλάδα

Wiktionary ↗

View all Ελληνικά words

Report bad word