← Play Wordle Ελληνικά

Wordle Ελληνικά #1618

November 23, 2025

κ
ύ
κ
λ
ο
Definition noun

κύκλο — Αιτιατική του «κύκλος»: σχήμα ή διαδρομή που είναι στρογγυλή και κλείνει στον εαυτό της.

Wiktionary ↗

View all Ελληνικά words

Report bad word