← Play Wordle Ελληνικά

Wordle Ελληνικά #1621

November 26, 2025

ζ
ώ
σ
α
ς
Definition verb

ζώσας — Μετοχή του «ζώνω»: έχοντας δέσει/φορέσει ζώνη ή έχοντας ζωστεί κάτι γύρω από τη μέση.

Wiktionary ↗

View all Ελληνικά words

Report bad word