← Play Wordle Ελληνικά

Wordle Ελληνικά #1623

November 28, 2025

έ
λ
ε
ό
ς
Definition noun

έλεός — Οίκτος και καλοσύνη προς κάποιον που υποφέρει, με διάθεση να τον βοηθήσεις ή να τον συγχωρήσεις.

Wiktionary ↗

View all Ελληνικά words

Report bad word