← Play Wordle Ελληνικά

Wordle Ελληνικά #1635

December 10, 2025

ζ
ή
λ
ι
α
Definition noun

ζήλια — Το συναίσθημα φθόνου ή ανασφάλειας όταν φοβάσαι ότι κάποιος άλλος παίρνει την αγάπη ή την προσοχή που θέλεις.

Wiktionary ↗

View all Ελληνικά words

Report bad word