← Play Wordle Ελληνικά

Wordle Ελληνικά #1645

December 20, 2025

ι
κ
α
ν
ή
Definition adjective

ικανή — Θηλυκό του «ικανός»: που έχει την ικανότητα να κάνει κάτι καλά ή είναι κατάλληλη για κάτι.

Wiktionary ↗

View all Ελληνικά words

Report bad word