← Play Wordle Ελληνικά

Wordle Ελληνικά #1652

December 27, 2025

σ
ί
τ
ε
ς
Definition noun

σίτες — Πληθυντικός του «σίτος»: τα σιτηρά, δηλαδή το σιτάρι και γενικά οι καρποί που γίνονται αλεύρι/ψωμί.

Wiktionary ↗

View all Ελληνικά words

Report bad word