← Play Wordle Ελληνικά

Wordle Ελληνικά #1658

January 2, 2026

ά
λ
ω
σ
η
Ορισμόςουσιαστικό

άλωση — η κατάληψη μιας πόλης ή οχυρού, συνήθως μετά από πολιορκία ή επίθεση.

Wiktionary ↗

View all Ελληνικά words

Αναφορά ακατάλληλης λέξης