January 05, 2026
γαμάς — Β΄ ενικό ενεστώτα του «γαμάω»: βρίζοντας, «κάνεις σεξ/πηδάς» (συχνά μεταφ. «τα χαλάς/καταστρέφεις»).
View all Ελληνικά words
Report bad word