← Play Wordle Ελληνικά

Wordle Ελληνικά #1661

January 05, 2026

γ
α
μ
ά
ς
Definition verb

γαμάς — Β΄ ενικό ενεστώτα του «γαμάω»: βρίζοντας, «κάνεις σεξ/πηδάς» (συχνά μεταφ. «τα χαλάς/καταστρέφεις»).

Wiktionary ↗

View all Ελληνικά words

Report bad word