← Play Wordle Ελληνικά

Wordle Ελληνικά #1668

January 12, 2026

κ
λ
ή
ρ
ο
Definition noun

κλήρο — Ο κλήρος είναι η τύχη ή το αποτέλεσμα που προκύπτει από κλήρωση.

Wiktionary ↗

View all Ελληνικά words

Report bad word