← Play Wordle Ελληνικά

Wordle Ελληνικά #1677

January 21, 2026

έ
λ
ι
κ
α
Definition noun

έλικα — Πτερύγιο που περιστρέφεται (π.χ. σε ανεμιστήρα ή αεροπλάνο) και δημιουργεί ροή αέρα ή ώθηση.

Wiktionary ↗

View all Ελληνικά words

Report bad word