← Play Wordle Ελληνικά

Wordle Ελληνικά #1698

February 11, 2026

ε
κ
τ
ό
ς
Definition

εκτός — εξαιρουμένου +γενική, με εξαίρεση, εξαιρώντας, πέρα +από, πέραν +γενική

Wiktionary ↗

View all Ελληνικά words

Report bad word