December 6, 2021
ζωσών — Μετοχή του «ζώνω»: που έχει δέσει/φορέσει ζώνη ή έχει ζωστεί κάτι γύρω από τη μέση.
View all Ελληνικά words
Αναφορά ακατάλληλης λέξης