← Play Wordle Ελληνικά

Wordle Ελληνικά #1701

February 14, 2026

τ
υ
φ
λ
ή
Definition

τυφλή — ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τυφλός

Wiktionary ↗

View all Ελληνικά words

Report bad word