← Play Wordle Ελληνικά

Wordle Ελληνικά #1709

February 22, 2026

ά
μ
ε
σ
η
Definition

άμεση — ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άμεσος

Wiktionary ↗

View all Ελληνικά words

Report bad word