← Play Wordle Ελληνικά

Wordle Ελληνικά #1716

March 01, 2026

π
λ
η
γ
ή
Definition

πληγή — μια μικρότερη ή μεγαλύτερη τρύπα ή άνοιγμα στο δέρμα ή / και στους από κάτω ιστούς του σώματος, που έχει προκληθεί από τραυματισμό, αρρώστια κ.λπ.

Wiktionary ↗

View all Ελληνικά words

Report bad word