← Play Wordle Ελληνικά

Wordle Ελληνικά #1720

March 5, 2026

γ
κ
έ
τ
ο
Ορισμός

γκέτο — εβραϊκή συνοικία, συνοικία όπου οι Εβραίοι ήταν υποχρεωμένοι να ζουν

Wiktionary ↗

Στατιστικά κοινότητας

2

Παίκτες

50%

Win Rate

6.0

Avg Attempts

1
0
2
0
3
0
4
0
5
0
6
1

View all Ελληνικά words

Αναφορά ακατάλληλης λέξης