March 14, 2026
γριάς — Γριάς: ηλικιωμένη γυναίκα, συνήθως με οικείο ή και υποτιμητικό τόνο.
2
Παίκτες
100%
Win Rate
3.5
Avg Attempts
View all Ελληνικά words
Αναφορά ακατάλληλης λέξης