← Play Wordle Ελληνικά

Wordle Ελληνικά #173

December 9, 2021

κ
ω
φ
ο
ύ
Ορισμός

κωφού — γενική ενικού, αρσενικού ή ουδέτερου γένους του κωφός

Wiktionary ↗

View all Ελληνικά words

Αναφορά ακατάλληλης λέξης