December 11, 2021
ράπτε — Προστακτική του «ράβω»: ράψε, δηλ. να ράψεις/να ενώσεις με βελόνα και κλωστή (π.χ. ρούχο).
View all Ελληνικά words
Αναφορά ακατάλληλης λέξης