← Play Wordle Ελληνικά

Wordle Ελληνικά #202

January 07, 2022

κ
υ
ρ
τ
ά
Definition

κυρτά — ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του κυρτός

Wiktionary ↗

View all Ελληνικά words

Report bad word