← Play Wordle Ελληνικά

Wordle Ελληνικά #207

January 12, 2022

ά
φ
ω
ν
η
Definition

άφωνη — ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άφωνος

Wiktionary ↗

View all Ελληνικά words

Report bad word