← Play Wordle Ελληνικά

Wordle Ελληνικά #226

January 31, 2022

σ
π
ο
ρ
ά
Definition

σπορά — σκόρπισμα σπόρων σε κατάλληλα προετοιμασμένο έδαφος για να βλαστήσουν

Wiktionary ↗

View all Ελληνικά words

Report bad word