← Play Wordle Ελληνικά

Wordle Ελληνικά #23

July 12, 2021

κ
ρ
ύ
α
ς
Definition adjective

κρύας — Θηλυκό του «κρύος»: πολύ χαμηλής θερμοκρασίας, παγωμένη (π.χ. κρύα μέρα/νερό).

Wiktionary ↗

View all Ελληνικά words

Report bad word