← Play Wordle Ελληνικά

Wordle Ελληνικά #230

February 04, 2022

ά
φ
ο
β
η
Definition

άφοβη — ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άφοβος

Wiktionary ↗

View all Ελληνικά words

Report bad word