← Play Wordle Ελληνικά

Wordle Ελληνικά #238

February 12, 2022

π
ε
σ
ώ
ν
Definition verb

πεσών — Μετοχή του «πέφτω»: αυτός/αυτό που έπεσε (π.χ. πεσών στο έδαφος).

Wiktionary ↗

View all Ελληνικά words

Report bad word