← Play Wordle Ελληνικά

Wordle Ελληνικά #247

February 21, 2022

θ
ό
ρ
ι
ο
Definition

θόριο — ραδιενεργό, μεταλλικό χημικό στοιχείο, που ανήκει στις ακτινίδες, με ατομικό αριθμό 90 και χημικό σύμβολο το Th

Wiktionary ↗

View all Ελληνικά words

Report bad word