← Play Wordle Ελληνικά

Wordle Ελληνικά #250

February 24, 2022

ό
ρ
χ
ο
ς
Definition

όρχος — ο στρατιωτικός σχηματισμός που σε καιρό πολέμου φροντίζει για τον ανεφοδιασμό, τη συντήρηση και την επισκευή διαφόρων υλικών

Wiktionary ↗

View all Ελληνικά words

Report bad word