← Play Wordle Ελληνικά

Wordle Ελληνικά #262

March 08, 2022

ο
β
ί
δ
α
Definition

οβίδα — βλήμα πυροβόλου (πχ κανονιού ή όλμου), μεγάλου διαμετρήματος σε αντίθεση με τη σφαίρα

Wiktionary ↗

View all Ελληνικά words

Report bad word