← Play Wordle Ελληνικά

Wordle Ελληνικά #273

March 19, 2022

κ
ο
υ
λ
ά
Definition

κουλά — ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους (κουλό) του κουλός

Wiktionary ↗

View all Ελληνικά words

Report bad word