← Play Wordle Ελληνικά

Wordle Ελληνικά #283

March 29, 2022

τ
έ
λ
ο
ς
Definition

τέλος — το σημείο πέραν του οποίου δε συνεχίζεται μια ενέργεια ή ένα πράγμα, το έσχατο σημείο, το πέρας

Wiktionary ↗

View all Ελληνικά words

Report bad word