← Play Wordle Ελληνικά

Wordle Ελληνικά #285

March 31, 2022

υ
π
έ
χ
ω
Ορισμός

υπέχω — έχω, λαμβάνω μια θέση, μια ιδιότητα έναντι κάποιου

Wiktionary ↗

View all Ελληνικά words

Αναφορά ακατάλληλης λέξης