April 16, 2022
πατεί — Τρίτο ενικό ενεστώτα του «πατώ»: πατάει/πατεί, δηλ. πατά με το πόδι ή πιέζει κάτι.
View all Ελληνικά words
Αναφορά ακατάλληλης λέξης