← Play Wordle Ελληνικά

Wordle Ελληνικά #31

July 20, 2021

ο
σ
ί
ω
ς
Definition adverb

οσίως — Με ευσέβεια και ηθική καθαρότητα· με τρόπο τίμιο και σωστό.

Wiktionary ↗

View all Ελληνικά words

Report bad word