← Play Wordle Ελληνικά

Wordle Ελληνικά #315

April 30, 2022

ί
σ
ι
ο
ι
Definition adjective

ίσιοι — «Ίσιοι» = ευθείς, χωρίς καμπύλες ή στραβώματα (πληθυντικός του «ίσιος»).

Wiktionary ↗

View all Ελληνικά words

Report bad word