← Play Wordle Ελληνικά

Wordle Ελληνικά #326

May 11, 2022

σ
τ
α
θ
ώ
Definition

σταθώ — α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στέκομαι

Wiktionary ↗

View all Ελληνικά words

Report bad word