← Play Wordle Ελληνικά

Wordle Ελληνικά #345

May 30, 2022

ι
ε
ρ
ή
ς
Definition adjective

ιερής — Θηλυκός τύπος του «ιερός»: που ανήκει ή σχετίζεται με τη θρησκεία, το ιερό ή το θείο.

Wiktionary ↗

View all Ελληνικά words

Report bad word