← Play Wordle Ελληνικά

Wordle Ελληνικά #347

June 01, 2022

α
π
λ
έ
ς
Definition

απλές — ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απλή

Wiktionary ↗

View all Ελληνικά words

Report bad word