← Play Wordle Ελληνικά

Wordle Ελληνικά #349

June 03, 2022

ά
γ
ι
ο
υ
Definition other

άγιου — Γενική ενικού του «άγιος»: του αγίου, δηλ. του ιερού προσώπου/αγίου της Εκκλησίας.

Wiktionary ↗

View all Ελληνικά words

Report bad word