← Play Wordle Ελληνικά

Wordle Ελληνικά #354

June 08, 2022

μ
ύ
η
σ
α
Definition verb

μύησα — «Μύησα» = μύησα κάποιον: τον εισήγαγα/τον μύησα σε κάτι, του έδειξα τα βασικά ή τον έκανα μέλος.

Wiktionary ↗

View all Ελληνικά words

Report bad word