← Play Wordle Ελληνικά

Wordle Ελληνικά #36

July 25, 2021

ό
μ
π
ο
ε
Definition

όμποε — υψίφωνο όργανο της οικογένειας των ξύλινων πνευστών, ένα από τα βασικά όργανα της σύγχρονης συμφωνικής ορχήστρας. Το ιδιαίτερο καλάμι του στο επιστόμιο, συνήθως κατασκευάζεται από τους ίδιους τους εκτελεστές.

Wiktionary ↗

View all Ελληνικά words

Report bad word