← Play Wordle Ελληνικά

Wordle Ελληνικά #4

June 23, 2021

μ
α
ο
ρ
ί
Definition

μαορί — των ιθαγενών Μάορι (γνωστή ως Māori ή Te Reo Māori ή Te Reo). Είναι μία από τις τρεις επίσημες γλώσσες της Νέας Ζηλανδίας. Ανήκει στην ανατολική πολυνησιακή γλωσσική ομάδα και έχει στενή συγγενική σχέση με τα μαορί των Νήσων Κουκ και τα ταϊτιανά.

Wiktionary ↗

View all Ελληνικά words

Report bad word