← Play Wordle Ελληνικά

Wordle Ελληνικά #406

July 30, 2022

χ
ω
σ
τ
ή
Definition

χωστή — κορμοί δέντρου ή πάσσαλοι στερεωμένοι στην παραλία για το τράβηγμα στη στεριά ενός καϊκιού, ενός πλεούμενου

Wiktionary ↗

View all Ελληνικά words

Report bad word