← Play Wordle Ελληνικά

Wordle Ελληνικά #409

August 02, 2022

δ
ε
ι
λ
έ
Definition adjective

δειλέ — Κλητική του «δειλός»: προσφώνηση σε κάποιον που είναι φοβητσιάρης ή άτολμος.

Wiktionary ↗

View all Ελληνικά words

Report bad word